Τι συμβαινει εδω?

Οι δημιουργίες μου που δημοσιεύονται στο ιστολόγιο αυτό, δεν έχουν βιοποριστικό στόχο, δεν έχουν αντίτιμο, όταν μαζευτούν αρκετές θα βρεθεί και κάποιος τρόπος να τις κατεβάσουν ελεύθερα όσοι ενδιαφέρονται, και το ενδεχόμενο μελλοντικής εκπόρνευσης τους, είναι μάλλον ανύπαρκτο.

Η αναπαραγωγή τους είναι όχι μόνο ελεύθερη αλλά και επιθυμιτή ακόμα και χωρίς αναφορά προέλευσης, αν και θα μου άρεσε να υπάρχει.

Όμως!
Η αναπαραγωγή των δημιουργιών με σκοπό το κέρδος, την εμπορική τους αξιοποίηση, τη διαφήμιση, ή οποιαδήποτε άλλη χρησιμοποίησή τους κρίνεται αντίθετη προς τη φύση τους και το σκοπό τους, τόσο από άτομα, όσο και από εταιρίες, οργανώσεις κτλ θα προκαλέσει οργισμένη και άκρως επιθετική συμπεριφορά.


Υ.Γ. Απαλλοτριωμένες δημιουργίες άλλων θα ανεβαίνουν μόνο για αισθητικούς - συναισθηματικούς λόγους, και όταν είναι δυνατόν με αναφορά στο δημιουργό.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Lacandona

Λοιπόοοοοοοοοοον...........
Χμμμμμμμμμ.
Εχμμμ, εχμμμμ.

Ταρατατζούμ - ταρατατζούμ?

...Αυτή η αποφασιστικότητά μου θα με διαλύσει μία μέρα, το ξέρω.

Το ξαναπάω από την αρχή.

Σύντομη ιστορία:
Συναντάω (διόλου τυχαία, μάλλον αναπόφευκτα θα έλεγα) το kalokairisapilas και διαβάζω τα ποιήματα που έχουν αναρτηθεί.
Μία ξαφνική αναλαμπή, ίσως έμπνευση, καθώς τα διαβάζω οδηγεί τα χέρια μου στο μπάσο μου. Σε πρώτο χρόνο. Μετά (πολύ μετά) και στην κιθάρα και σε ένα midi που βρίσκεται εδώ γύρω...

Σε συνομιλία με τον Αιμόφιλο Τ. Ινφλουέντζα, του επικοινωνώ την πρόθεσή μου να "ντύσω" μουσικά, κάποιες από τις δημιουργίες που φιλοξενεί το kalokairisapilas.

Παίρνω λοιπόν την "άδειά" του, όχι επειδή χρειάζεται όπως μου επεσήμανε (άλλωστε γνωρίζει ότι σέβομαι απόλυτα τόσο τη φύση όσο και τη θέση του εγχειρήματος και μόνο συντροφικά, με αγάπη και -προφανώς- αντιεμπορευματικά θα μπορούσα να το προσεγγίσω), αλλά επειδή το θεώρησα σωστό να γίνουν έτσι τα πράγματα, και βάζω στο πρόγραμμα να ξεκινήσω να "δουλεύω" τα 4 (αρχικά) κομμάτια που είχα κατά νου.

Τα γεγονότα και οι καταστάσεις -ευτυχώς ή δυστυχώς- όμως είχαν άλλο πρόγραμμα.
Με τα όσα διάφορα συμβαίνουν γύρω, αλλά και για προσωπικούς λόγους, ήταν από δύσκολο έως ακατόρθωτο να αφιερώσω χρόνο.

Έτσι η προοπτική του να πάρουν μορφή οι ιδέες μου, παρέμεινε προοπτική για αρκετό καιρό, και μάλιστα μακρινή θα έλεγα(ναι, με χαρακτηρίζει κι εμένα η γνωστή συνέπεια: συγκέντρωση στις 6 πορεία στις 8.30).

Κάπως έτσι φτάσαμε στο τώρα, με αποτέλεσμα να "γεννηθούν" μερικά κομμάτια, βασισμένα στα εν λόγω ποιήματα.
Την ίδια στιγμή που δεν έχω κάτσει να ηχογραφήσω "ολοκληρωτικά δικά μου" πράγματα που περιμένουν καιρό, κι αυτό ενδεχομένως να λέει κάτι.

Στην πορεία η μουσική για 4 έγινε για 6 και ίσως (που τείνει στο πιθανότατα) στο μέλλον να πάει ακόμα παρακάτω.
Ίσως το σωστό θα ήταν να ανεβάσω όσα κομμάτια έχω ήδη δουλέψει προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα αντίληψης ολόκληρου του κόνσεπτ. Αλλά καθώς δεν υπάρχει ολόκληρο κόνσεπτ, όχι ακριβώς, άλλωστε διαμορφώνεται ακόμα μέσα μου όσο ηχογραφώ ή ενορχηστρώνω, αγνοώντας που θα καταλήξει η κάθε αρχική ιδέα, θα το αποφύγω.
Γιατί κάθε κομμάτι, ακόμα κι αν φανεί πως υπάρχει "μανιέρα", είναι -ή τουλάχιστον έτσι το νιώθω- ξεχωριστό κομμάτι ενός συνόλου που σταδιακά θα αποκαλυφθεί, εξίσου και σε εμένα. Θα ανεβάζω λοιπόν σταδιακά τα κομμάτια με τη σειρά που ηχογραφήθηκαν, έστω σε πρωτόλεια μορφή καθώς:

Τα προβλήματα σε εξοπλισμό παραμένουν δεδομένα, οι δυνατότητες μίξης και παραγωγής από φτωχότατες έως ανύπαρκτες, και μοναδικό ενισχυτικό της όλης διαδικασίας το πετάλι της κιθάρας.

Υπό μορφή σχεδόν (ούτε καν, αλλά λέμε τώρα) demo λοιπόν, με την υπόσχεση πως θα δουλευτούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα ξανά, αλλά και με ένα κρυφό χαμόγελο που παραπέμπει στην punk αισθητική των κασσετών του '80 και του '90 και κλείνει πονηρά το μάτι...








Lacandona


φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενα στις αποσκευές σου


Από τα εικοσιτέσσερα σονέτα για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας


Κι αφήστε ότι έχετε ευχαρίστηση.


Υ.Γ. Αν κάποτε μου έλεγαν ότι θα γράφω κομμάτια με 3 και 4 κιθάρες, θα είχα πεθάνει από το γέλιο...προφανώς δεν σκέφτηκε κανείς να μου κάνει ένα τέτοιο αστείο, εκτός από εμένα.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Για να μην ξεχαστούμε.




(κλικ στην αφίσα να μεγαλώσει)


10 χρόνια ΘΕΡΣΙΤΗΣ


Ραδιουργούμε ενάντια στον πολιτισμό του χρήματος, του εμπορεύματος, των θεαματικών διαδικασιών, της μοναξιάς, της αστυνομίας, του ρατσισμού και
του σεξισμού, της κάθε είδους πρέζας και νάρκωσης. Και συνεχίζουμε...
Στα χνάρια της άρνησης, της αμφισβήτησης, της ανυποταγής, της εξέγερσης!
Και συνεχίζουμε...






Παρόλο που...


(το ίδιο)

Όχι για να μη λέτε δηλαδή.


Πληροφορίες για την πρόσβαση στο πάρκο έχει η αφίσα του Θερσίτη (είπαμε, κλικ και μεγαλώνουν), εύκολο είναι και σχετικά γρήγορο, μην τρομάζετε.


Κι όσοι προτιμήσετε τη συναυλία της παρασκευής (ενάντια στην κρατική καταστολή, μην ξεχνιόμαστε, ε?), για τις επόμενες ημέρες δεν υπάρχει δικαιολογία.
Τα είπαμε, τα ξεκαθαρίσαμε και ραντεβού(ζ) δώσαμε.




Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Μωρή Κοντούλα Λεμονιά

Διασκευή που έγινε χρόνια πριν.
Και ναι, πάλι θεωρώ πως δεν έχει γίνει το καλύτερο δυνατό σε επίπεδο παραγωγής, αλλά δεν έχει τόση σημασία.

Διασκευή, προγραμματισμοί, κιθάρα κτλ κτλ τα έχει αναλάβει η αφεντομουτσουνάρα μου, και το μόνο που δεν έκανα το συγκεντρωτικό κάθαρμα είναι να τραγουδήσω.
Η φωνή που ακούγεται είναι του Πάρη.
Στη μίξη καθοριστική η βοήθεια του Άγγελου.






Κι αφήστε ό,τι έχετε ευχαρίστηση.


Υ.Γ. Το άβαταρ το έβαλα μπας και αξιωθεί να φορτώσει το βίντεο ο γούγλης γιατί σκέτο μαύρο δεν το κατάφερνε, και σκέτη μουσική δεν ξέρω πως να ανεβάζω ο ιστολόγος...

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Ο Ψυχοβγάλτης.




..."Οταν έφτασε στο υψος της βάρκας είδε τον άνθρωπο να κρεμιέται καί να προσπαθεί ν' ανεβεί. Το νερό του ποταμίου κυλούσε πάνω στα ροϋχα του δίχως να τα βρέχει καί σχημάτιζε ζωηρά μαργαριτάρια. Το κεφάλι του φάνηκε πάνω από την πλώρη. Ή βάρκα κουνιόταν καί κυλούσε σύμφωνα με τις προσπάθειες του. Ό Μακαβριωάννης μπόρεσε τελικά να διακρίνει το πρόσωπο του ανθρώπου, πού, με μια τελευταία προσπάθεια, κατάφερε να περάσει ένα χέρι καί ένα πόδι, καί έπεσε στο βάθος της βάρκας. Ήταν αρκετά γεροδεμένος. Το πρόσωπο του σκαμμένο, με μάτια γαλάζια κι απόμακρα. Ήταν τελείως ξυρισμένος καί τα μακριά άσπρα του μαλλιά του έδιναν ταυτόχρονα μια έκφραση αξιοπρεπή καί αλλοπαρμένη. "Ομως το στόμα του, όταν δεν κουνιόταν, έδειχνε βαθιές χαρακιές γεμάτες πίκρα. Ανάμεσα στα δόντια του κρατούσε κάτι πού ό Μακαβριωάννης δεν μπορούσε να καταλάβει τί ήταν.

Του φώναξε:
— Χρειάζεσθε τίποτα;
Ό άνθρωπος σηκώθηκε καί κατάφερε να καθήσει. "Αφησε αυτό πού είχε κουβαλήσει μέσα στις μασέλες του.
— Πώς είπατε; ρώτησε.
"Εσκυψε πάνω από τα κουπιά του καί έφερε τη βάρκα κοντά στην όχθη. Με μερικές κουπιές πλεύρισε. "Ετσι, ό Μακαβριωάννης διαπίστωσε ότι ή όχθη βυθιζόταν κάθετα στο νερό, σαν μια τομή.

—"Εχετε ανάγκη από καμιά βοήθεια; τον ρώτησε. Ό άνθρωπος τον κοίταξε. Ήταν ντυμένος με ένα σακκί καί κάτι άμορφα κουρέλια.
— Είσαστε ξένος; ρώτησε.
— Ναί, απάντησε ό Μακαβριωάννης.
— Γιατί διαφορετικά δεν θα μου μιλούσατε έτσι, παρατήρησε
ό άνθρωπος, σχεδόν για τον εαυτό του.
— Θα μπορούσατε να είχατε πνιγεί, είπε ό Μακαβριωάννης.
—"Οχι σ' αυτά τα νερά, είπε ό άνθρωπος. Αλλάζουν. Μερικές
φορές δεν κρατάνε το ξύλο, άλλες, ακόμα καί πέτρες μπορούν να στέκουν στην επιφάνεια. Τα σώματα όμως επιπλέουν πάντοτε χωρίς να βυθίζονται.
— Τί συνέβη; ρώτησε ό Μακαβριωάννης. Πέσατε από τη
βάρκα;
—"Εκανα τη δουλειά μου, είπε ό άνθρωπος. Μέσα σ' αυτά τα νερά πετάνε τα πεθαμένα πράγματα, για να τα ψαρέψω. Με τα δόντια. Πληρώνομαι γι αυτό.
— Μα ένα δίχτυ θα έκανε εξίσου καλά αυτή τη δουλειά, είπε
ό Μακαβριωάννης.
"Ενιωθε ένα είδος ανησυχίας, μια εντύπωση σα να μίλαγε με κάποιον από άλλον πλανήτη. Αίσθηση αρκετά γνωστή, βέβαια, βέβαια.
— Πρέπει να τα ψαρέψω με τα δόντια μου, είπε ό άνθρωπος.
Τα πράγματα πού έχουν σαπίσει ή πού έχουν πεθάνει, γι αυτό
τα πετάνε. Συχνά, τα αφήνουν επίτηδες να σαπίζουν για να μπορέσουν να τα πετάξουν. Καί πρέπει να τα πιάσω με τα δόντια μου.
Καί να σκάσουν ανάμεσα στα δόντια μου. Να μου μολύνουν το
πρόσωπο.
— Σάς πληρώνουν ακριβά γι αυτό; ρώτησε ό Μακαβριωάννης.
— Μου προμηθεύουν τη βάρκα, είπε ό άνθρωπος, καί με
πληρώνουν με ντροπή καί χρυσάφι.
Στή λέξη «ντροπή», ό Μακαβριωάννης έκανε ένα βήμα προς τα πίσω καί θύμωσε με τον εαυτό του.
—"Εχω ένα σπίτι, είπε ό άνθρωπος, πού άντελήφτηκε την κίνηση του Μακαβριωάννη καί χαμογέλασε. Μου δίνουν να τρώω• μου δίνουν χρυσάφι. Πολύ χρυσάφι. Άλλα δεν έχω δικαίωμα να το ξοδέψω. Κανείς δεν θέλει να μου πουλήσει τίποτα. "Εχω ένα σπίτι και πολύ χρυσάφι, άλλα πρέπει να χωνεύω την ντροπή ολόκληρου του χωρίου. Με πληρώνουν για να έχω τύψεις στη θέση τους. Για ό,τι κακό ή ανόσιο κάνουν. Για όλα τους τα βίτσια. Για τα εγκλήματα τους. Για το παζάρι των γέρων. Για το βασάνισμα των ζώων. Για τους μαθητευόμενους. Και για τις βρωμιές.
Σταμάτησε για ένα λεπτό.
—Άλλα, συνέχισε, όλα αυτά δεν θα σας ενδιαφέρουν. Δεν έχετε βέβαια σκοπό να μείνετε εδώ.
"Εγινε μια μεγάλη σιωπή.
— Ναί, έχω, είπε τελικά ό Μακαβριωάννης. Θα μείνω εδώ.
— Τότε, θα γίνετε σαν τους άλλους, είπε ό άνθρωπος. Θα
ζήσετε και σεις με ήσυχη τη συνείδηση, και θα ξεφορτώνετε πάνω
μου το βάρος της ντροπής σας. Και θα μου δίνετε χρυσάφι. Δεν
θα μου πουλάτε όμως τίποτα για το χρυσάφι μου.
— Πώς σας λένε; ρώτησε ό Μακαβριωάννης.
—Ή Δόξα, είπε ό άνθρωπος. Με φωνάζουν ή Δόξα. Είναι το όνομα της βάρκας. Εγώ δεν έχω πια.
— Θα σας ξαναδώ. . . είπε ό Μακαβριωάννης.
— Θα είσαστε σαν κι αυτούς, είπε ό άνθρωπος. Δεν θα μου
ξαναμιλήσετε πια. Θα με πληρώνετε. Και θα μου πετάτε τις
βρωμιές σας. Και τη ντροπή σας.

— Μα για ποιο λόγο το κάνετε; ρώτησε ό Μακαβριωάννης.
Ό άνθρωπος σήκωσε τους ώμους του.
— Πριν από μένα υπήρχε κάποιος άλλος, είπε.
— Μα πώς τον αντικαταστήσατε; επέμενε ό Μακαβριωάννης.
—Ό πρώτος πού θα αισθανθεί μεγαλύτερη ντροπή από μένα
παίρνει τη θέση, είπε ό άνθρωπος. "Ετσι γινότανε από πάντα στο χωριό. Είναι πολύ θρήσκοι. "Εχουν το δικό τους είδος συνείδησης. Ποτέ τύψεις. Άλλα αυτός πού υποχωρεί. . . Αυτός πού επαναστατεί. . .
— Τον μπαρκάρουν στη «Δόξα». . . αποτέλειωσε ό Μακαβριωάννης. Και σεις επαναστατήσατε.
— "Ω! αυτό δεν συμβαίνει πια πολύ συχνά.., είπε ό άνθρωπος.
Μπορεί να είμαι ό τελευταίος. Ή μητέρα μου δεν ήταν από δω.
Ξαναπήρε τη θέση του και έσκυψε πάνω στα κουπιά.




— Πρέπει να δουλέψω, είπε. Γεια σας.
— Γεια σας, είπε ό Μακαβριωάννης."...



Απόσπασμα από το ομότιτλο βιβλίο του συγγραφέα.
Φωτογραφία(και εξώφυλο του βιβλίου): Man Ray - Tears

Μου είπε πολλά.
Ελπίζω και σε εσάς.

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Ντουλάπα.

Κατίνες, πρόξενοι, αδελφές, "σύντροφοι", νοικοκυρές.
Χαμόγελα, έρωτες, φρίκες, μιζέριες, ανασφάλειες.
Πλούτος, φτώχεια, "την περνάμε", "έχουμε".
Δρόμοι, ποδηλατόδρομοι, πεζόδρομοι, πάρκα, πλατείες.
Φίλοι, σχέσεις, γκόμενοι, περαστικοί, εχθροί.

Κλείνω τα μάτια και χάνομαι στο σύμπαν.
Χαμογελάω σαρδόνια με την πάρτη μου.
Ένας κλαυσίγελος ξεσπάει.

Βγείτε από τη Ντουλάπα.

Θέλω να μπω και να κολυμπήσω σιγοσφυρίζοντας στη μελωδία της κρεμάστρας μου!

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Γι' αυτούς που νιώθουν. Όσους.

Μία αλήθεια.
Μόνο μία.
Δε μου αρέσουν τα μισά, εκτός κι αν τα μοιράζομαι με ολόκληρους ανθρώπους.
Δε μου αρέσουν τα χλιαρά.
Μία αλήθεια. Μόνο μία.
Καμμία!
Κι ας μην έρχεται ποτέ η γαμημένη λήθη.
Από εδώ.
Αλλά εδώ είχε πολλές αλήθειες.
Ακόμα έχει.
Πώς να ζυγώσει η λησμονιά όταν νιώθεις πραγματικά!?
Ποιος πάγος θα πολεμήσει αυτή τη φωτιά...
Θα πέσουμε να καούμε!
Όσοι.
Και στωικά, και αθόρυβα, καθώς καιγόμαστε θα διασκεδάζουμε τα μάτια όσων πειστικά παριστάνουν πως νιώθουν.
Θα πέσουμε να καούμε.
Ξανά.
Και ξανά.
Και ξανά.
Και πάλι από την αρχή.
Και πάλι θα νιώθουμε μετά.
Όσοι.
Κι ο καθένας μόνος του, και όλοι μαζί...Θα βρεθούμε?
Και ίσως η φωτιά μας να φωτίσει τον ουρανό.
Ίσως.
Και ίσως η περπατησιά μας να γίνει λάβα που αποτεφρώνει τη σάπια ζήση.
Αυτών που περίτεχνα καμώνονται πως νιώθουν.
Όσων.
Ίσως.
Και ίσως να ξεχαστούμε σε ένα κόσμο που δε νιώθει.
Φτιαγμένο από ανθρώπους που δε νιώθουν.
Γιατί χρειάζεται να νιώθεις για να θυμάσαι.
Μία αλήθεια, μόνο μία.
Κι ας φοράει ένα ίσως μπροστά της.
Δεν έχω καμμία βεβαιότητα για τίποτα πια.
Σίγουρα.